«Ζούμε σε μια κοινωνία βασισμένη
στην κλοπή», μου είπε ο γνωστός αντικομφορμιστής, ακτιβιστής Βρετανός
σκηνοθέτης Κεν Λόουτς, με αφορμή την προβολή της ταινίας του «Το μερίδιο
των αγγέλων», μιας ιδιαίτερα ρόδινης κωμωδίας, που κέρδισε το Ειδικό
Βραβείο της επιτροπής του Φεστιβάλ των Κανών. Εχω πολλές φορές
συναντηθεί με τον σκηνοθέτη. Από το 1981 που πρωτογνωριστήκαμε στις
Κάνες, μας συνέδεσε μια ξεχωριστή φιλία.
Χιούμορ, άφθονο ουίσκι και Σκοτία, τα επιτυχημένα συστατικά της νέας ταινίας του μεγάλου Αγγλου δημιουργού
Γνωστός για την ειλικρίνεια αλλά και τη μαχητικότητα με την
οποία αντιμετωπίζει τα θέματά του, συχνά γύρω από τα σύγχρονα κοινωνικά
και πολιτικά προβλήματα της πατρίδας του της Βρετανίας και όχι μόνο
(«Ματιές και χαμόγελα», «Riff-Raff», «Βροχή από πέτρες», «Ladybird,
Ladybird», «Γη και ελευθερία», «Το τραγούδι της Κάρλα», «Το όνομά μου
είναι Τζο», «Ψωμί και ελευθερία», «Γλυκά δεκάξι», «Ενας ελεύθερος
κόσμος», «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι», «Route Irish»).
Τη φορά αυτή ο Κεν Λόουτς στράφηκε στην περιπέτεια μιας ομάδας
άνεργων νεαρών, που έχοντας επιλέξει να εξαγοράσουν τις ποινές τους για
διάφορες μικρές παρανομίες με κοινωνική εργασία, βρίσκονται στη Σκοτία
όπου μπλέκουν στην κλοπή μιας παρτίδας από σπάνιο...ουίσκι.
Αφορμή για τον σκηνοθέτη να φτιάξει μια τρυφερή, απολαυστική κωμωδία, από την οποία δεν λείπει, όπως πάντα στο έργο του, και η κοινωνική κριτική. Απλός, ευγενικός, ήρεμος, σε αντίθεση με το αγωνιστικό πνεύμα που τον διακατέχει, ο 75χρονος σήμερα Κεν, στη συνάντησή μας μιαν ηλιόλουστη μέρα στην πλαζ της Κρουαζέτ, παρέα με τον τακτικό σεναριογράφο του, Πολ Λάβερτι, σχολίασε, με το πνεύμα που τον χαρακτηρίζει, όχι μόνο την ταινία του, αλλά και το ουίσκι, καθώς και την οικονομική κρίση και τα διάφορα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι απλοί πολίτες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
- Η ταινία σου έχει να κάνει με το ουίσκι. Πώς το σκέφτηκες; Εσύ πίνεις ουίσκι;
«Μμμμ... Ναι, πίνω! Την ιδέα την ανέπτυξε ο σεναριογράφος μου, Πολ Λάβερτι. Χρειαζόμασταν μια ιστορία που θα μπορούσε να δείξει την ευρηματικότητα, την εξυπνάδα και τη δυνατότητα που αποκαλύπτεται μέσα από τη συγκεκριμένη ιδέα των νέων παιδιών για το ουίσκι. Το ουίσκι φτιάχνεται από διάφορα υλικά και είναι ένα εξαιρετικό ποτό, όπως και το κρασί. Εχει πολλές δυνατότητες και οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να ξοδέψουν περιουσίες για να αποκτήσουν το καλύτερο, αλλά και για να δείξουν πως έχουν πολλά λεφτά και τα ξοδεύουν».
- Στην ταινία αναφέρεται το ουίσκι Lagavulin. Είναι πράγματι το καλύτερο στο είδος του...
«Ναι, είναι απίθανο. Η μυρωδιά του, οι γεύσεις του, είναι από τα σπάνια ουίσκι. Οι άνθρωποι για τα πολύ σπάνια ουίσκι, ιδιαίτερα όταν είναι πολλών ετών, είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν χιλιάδες λίρες. Υπάρχει άνθρωπος που πλήρωσε 25 και 30 χιλιάδες λίρες για ένα σπάνιο μπουκάλι»...
- Εσύ πλήρωσες ποτέ πολλά για να αγοράσεις ένα μπουκάλι;
«Οχι, ποτέ (γελά). Πίνω το κανονικό. Το ακριβό το αφήνω στους λεφτάδες...».
- Η ταινία σου είναι τρυφερή, πολύ ανθρώπινη, αλλά έχει και πολύ χιούμορ. Ακόμη και στις άλλες, τις σκοτεινές ταινίες σου, το χιούμορ παίζει σημαντικό ρόλο...
«Ναι, οι χαρακτήρες στην ταινία είναι τέτοιοι. Δεν μπορείς να βρίσκεσαι με τέτοιους ανθρώπους και να μη γελάς. Το χιούμορ αποτελεί τμήμα της ζωής τους. Για παράδειγμα, γύρω από έναν από τους ήρωες, τον Γκάρι, τις Παρασκευές, όταν αδειάζει τα κουτιά από τις νταλίκες, από το πρωί ως το βράδυ όσοι εργάζονται μαζί του, όλοι κάνουν αστεία. Δεν μπορείς να μη γελάς όταν είσαι μαζί τους. Αποτελεί τμήμα της αλήθειας που θέλεις να καταγράψεις, αποτελεί μέρος του εαυτού τους. Δεν είναι κάτι που προσθέτεις μετά».
- Αυτό το χιούμορ βγαίνει στη διάρκεια της πρόβας ή των γυρισμάτων;
«Οχι, είναι ήδη στο σενάριο. Και καλωσορίζουμε την προϋπόθεση πως μια τέτοια ιστορία θα είναι χιουμοριστική. Ετσι συμπαθείς τα πρόσωπα αυτά, είσαι έτοιμος να χαμογελάσεις μαζί τους».
- Εσένα τι σε κάνει να γελάς;
«Δεν θα είναι αστείο, αν σου πω. Γελώ με πολλά πράματα».
- Αστείο είναι όταν ο τύπος που αγοράζει το νοθευμένο ουίσκι λέει πως είναι εξαιρετικό, ενώ ξέρουμε πως είναι νοθευμένο. Αυτό είναι και ένα κοινωνικό σχόλιο, φαντάζομαι...
«Ναι, δεν είναι το ουίσκι που νομίζει πως πίνει. Δεν έχει τη γεύση που νομίζει πως έχει. Είναι έμμεσα και ένα σχόλιο. Αλλά και ένα σχόλιο πάνω σε αυτά τα παιδιά που υποτίθεται πως δεν ξέρουν, αλλά τελικά είναι καλύτεροι γνώστες από τους υποτιθέμενους γνώστες».
- Προσπαθείς να τοποθετήσεις την ιστορία σε ένα κοινωνικό πλαίσιο;
«Δεν μπορείς να το κάνεις μηχανικά. Αυτά συμβαίνουν. Εκείνο που κάνεις είναι να καταγράψεις τις καταστάσεις όπως ακριβώς είναι. Η αλήθεια είναι πως τα παιδιά αυτά είναι άνεργα, έχουν προβλήματα, δεν έχουν κοινωνική ασφάλεια, δεν έχουν δικό τους σπίτι και οι δυνατότητές τους είναι πολύ περιορισμένες. Αλλά όταν περνάς ένα διάστημα μαζί τους, αυτό δεν σε εμποδίζεις από το να χαμογελάς. Αυτή είναι η ιστορία τους».
- Αυτά βέβαια τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, η ανεργία, η κοινωνική αδικία, η οικονομική κρίση, είναι προβλήματα που αντιμετωπίζει και η υπόλοιπη Ευρώπη, η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία...
«Σίγουρα. Τα παιδιά όμως στην ταινία δεν έχουν γνώση αυτού που συμβαίνει αλλού, το ζουν έμμεσα. Είναι παιδιά με ταλέντο, και όπως τόσα άλλα εκατομμύρια νέων ηλικίας 16 με 25 στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν έχουν δυστυχώς κανένα μέλλον. Η κατάσταση των νέων στην ταινία σού φέρνει στο νου, αμέσως μετά, τη γενικότερη κατάσταση».
- Δεν είναι μόνο τα παιδιά που αποφασίζουν να κλέψουν το σπάνιο ουίσκι, αλλά και οι άλλοι, οι λεφτάδες σχεδιάζουν να το κλέψουν. Σε μια κοινωνία που μας κλέβει δεν μπορούμε παρά να την κλέβουμε και εμείς, μια και είναι μια κοινωνία βασισμένη στην κλοπή. Συμφωνείς;
«Απόλυτα. Είναι μια κοινωνία βασισμένη στην κλοπή και στη βία. Και να προσθέσω κάτι, αν και εσύ θα το γνωρίζεις καλύτερα από μένα, στην Ελλάδα αυτά που επιβάλλουν είναι στην πραγματικότητα μια μεγαλύτερη κλοπή. Όλα πρέπει να τα πάρουν από εκείνους που τα κέρδισαν με τη δουλειά τους και να τα δώσουν στις τράπεζες, στις εταιρείες... Και τα κρατάνε για τους εαυτούς τους».
- Τι γίνεται στην Αγγλία με την Αριστερά;
«Προσπαθούμε να την ενώσουμε, αλλά δυστυχώς μέχρι στιγμής παραμένει διχασμένη. Ισως θα πρέπει να παραμείνω απ' έξω».
-Το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα. Εχουμε και ένα κομμουνιστικό κόμμα που βρίσκεται στη δεκαετία του '50...
«Δυστυχώς, αυτή είναι η ιστορική πραγματικότητα».
-Πώς συνάντησες τον Πολ Μπράνιγκαν, τον νεαρό πρωταγωνιστή της ταινίας;
«Είδαμε εκατοντάδες πρόσωπα, αυτό κράτησε δυο περίπου μήνες. Ο Πολ ήταν πολύ καλός, είχε δυνατό ένστικτο. Σταδιακά περιορίσαμε τον αριθμό των προσώπων που θεωρούσαμε ικανούς για το ρόλο. Υπήρχαν και άλλοι που θα μπορούσαν να κάνουν το ρόλο. Τελικά καταλήξαμε στον Πολ. Γιατί γνώριζε τον κόσμο αυτό και είχε το βάθος που αναζητούσαμε και αίσθηση του χιούμορ και μεγάλη γκάμα».
- Κάνεις το ίδιο και με τους επαγγελματίες ηθοποιούς;
«Ακριβώς το ίδιο. Γυρίσαμε την ταινία στη χρονολογική σειρά της και αυτό βοήθησε τα παιδιά να μπουν πιο εύκολα στην όλη ατμόσφαιρα. Τα παιδιά, για παράδειγμα, στη σκηνή με το μπουκάλι δεν γνώριζαν πως αυτό θα έσπαγε. Το είχαμε βέβαια αντικαταστήσει με ψεύτικο γυαλί και όταν κάνουν πρόποση το μπουκάλι σπάει και ξαφνικά δεν ξέρουν τι να κάνουν (γελάει). Είναι ωραίο να φτιάχνεις μερικές εκπλήξεις».
- Η ταινία έχει και ωραία ατμόσφαιρα, που ένα μεγάλο μέρος της οφείλεται και στη φωτογραφία του Ρόμπι Ράιαν...
«Ο Ρομπ είναι πολύ καλός καμεραμάν, έχει μια πολύ καλή αίσθηση του φωτός. Εγινε διάσημος γυρίζοντας με την κάμερα στο χέρι, κάτι που αρέσει στους καλούς σκηνοθέτες. Είναι ανοιχτός σε όλα. Εχει καλό μάτι και καλή σχέση με τους ανθρώπους απέναντί του».
- Δυσκολεύτηκες να βρεις χρήματα για την ταινία; Πώς είναι η κατάσταση σήμερα στον αγγλικό κινηματογράφο;
«Η κατάσταση είναι η ίδια όπως ήταν και τα τελευταία χρόνια. Ημασταν τυχεροί που βρήκαμε τα χρήματα. Βέβαια η ταινία δεν στοίχισε πολύ, σε σχέση με τις άλλες ταινίες. Βρήκαμε λίγα χρήματα από τη Γαλλία, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Βρετανία... Δεν είναι όμως καθόλου εύκολο για όσους ξεκινούν τώρα. Η κυβέρνηση δεν βοηθά γιατί θεωρεί τον κινηματογράφο απλό εμπορικό προϊόν. Οι ταινίες γι' αυτούς πρέπει να είναι εμπορικές, δηλαδή να έχουν σχέση με τον αμερικανικό κινηματογράφο. Εμείς θέλουμε έναν ευρωπαϊκό κινηματογράφο, έναν κινηματογράφο που να καταπιάνεται με όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο».
- Πιστεύεις πως η διαφορετική γλώσσα που έχει μια ευρωπαϊκή ταινία περιορίζει την εμπορικότητά της; Θα πρέπει να μεταγλωττίζεται;
«Η γλώσσα της κάθε ταινίας είναι αναγκαία, γιατί εκφράζει την ιδιαίτερη πολιτιστική αξία κάθε χώρας. Είναι αναγκαία στην ταινία, έχει να κάνει με το ρυθμό της ομιλίας, το πώς εκφράζεις την κάθε λέξη. Οι βρισιές στην ταινία, για παράδειγμα, αποτελούν τμήμα του ρυθμού, αποτελούν τμήμα της κωμωδίας».
-Οι ταινίες σου έχουν πάντα την ίδια επιτυχία με το κοινό;
«Εξαρτάται. Για παράδειγμα το "Route Irish", που αναφερόταν στον πόλεμο του Ιράκ, είχε προβλήματα, γιατί ήταν πολύ σκληρή. Αντίθετα, εκείνη για την Ιρλανδία πήγε πολύ καλά. Αυτή εδώ ελπίζουμε να πάει καλά».
- Γύρισες και μια ταινία με θέμα για το ποδόσφαιρο. Πώς βλέπεις το ότι σήμερα ξένοι, όπως οι Αραβες για παράδειγμα, αγοράζουν ποδοσφαιρικές ομάδες;
«Το ποδόσφαιρο αντικατοπτρίζει τον κόσμο. Σήμερα αγοράζεται το νερό, αγοράζονται οι εταιρείες, το πετρέλαιο, τα πάντα, γιατί όχι το ποδόσφαιρο; Στην Ελλάδα δεν γίνεται το ίδιο; Δυστυχώς, τα πάντα είναι για πούλημα».
