του Μπάμπη Κωνσταντάτου
Λένε πως στην αρχή είναι τα δύσκολα_ Σχετικά με τη ΛΕΜΟΤ αυτό
δεν ισχύει. Μαζεύτηκε η παρέα και έστησε τη Λέσχη, έτσι απλά
και όμορφα. Τα δύσκολα ήρθαν μετά και εξακολουθούν να
υπάρχουν. Μήπως γίναμε τελικά όλοι τόσο καλοί όσο και οι
μοτοσικλέτες μας, και δε μας χωράει ο_ δρόμος; Χειμώνας 1979,
Le Mans στην παραλιακή, πάστες και _φραπέδες_ πάνω σ_ ένα
τραπέζι, το πρώτο γραφείο της ΛΕΜΟΤ_
Ήταν η πρώτη μέρα της άνοιξης. Ένας λαμπρός ήλιος έλουζε την
Αθήνα, κάνοντας την ολοκαίνουρια Suzuki να φαντάζει ακόμα πιο
όμορφη. Καθόμουν πάνω στην αναπαυτική σέλα με το βλέμμα
καρφωμένο στο ταμπλό με τα όργανα, ονειροπολώντας το
Σαββατοκύριακο. Ξαφνικά, η προσοχή μου στράφηκε αλλού. Στο
τέλος της Πραξιτέλους φάνηκε μια αέρινη φιγούρα: μια πανύψηλη
κοπέλα που φαίνονταν ακόμα πιο ψηλή με τη ριγέ φόρμα που
φορούσε. Την παρακολουθούσα καθώς πλησίαζε και δεν άντεξα να
κρατήσω το στόμα μου κλειστό όταν πέρασε δίπλα μου: _τι ωραία
φόρμα_, είπα.
H κοπέλα σταμάτησε, πλησίασε και ρώτησε: _τι
είπατε;_. Τα _χασα, δαγκώθηκα, αλλά βρήκα ξανά τα λόγια μου
και επανέλαβα: _πολύ ωραία φόρμα_.
_Και η μηχανή πολύ ωραία είναι_, απάντησε, _δικιά σου είναι;_.
Έγνεψα καταφατικά, ενώ μέσα μου ευχόμουν να φύγει για να
τελειώσει και η αμηχανία μου. Εκείνη όμως, δεν έλεγε να το
κουνήσει. _Σ_ αρέσουν τα ταξίδια;_, ξαναρώτησε. _
Μάλιστα_,
σκέφτηκα και καθώς είδα κάτι έντυπα που κρατούσε στα χέρια
της, ήμουν βέβαιος πλέον ότι πουλούσε βιβλία ή κάτι τέτοιο και
είχε ήδη βρει πελάτη.
_Καλά είναι_, της είπα και...
Λένε πως στην αρχή είναι τα δύσκολα_ Σχετικά με τη ΛΕΜΟΤ αυτό
δεν ισχύει. Μαζεύτηκε η παρέα και έστησε τη Λέσχη, έτσι απλά
και όμορφα. Τα δύσκολα ήρθαν μετά και εξακολουθούν να
υπάρχουν. Μήπως γίναμε τελικά όλοι τόσο καλοί όσο και οι
μοτοσικλέτες μας, και δε μας χωράει ο_ δρόμος; Χειμώνας 1979,
Le Mans στην παραλιακή, πάστες και _φραπέδες_ πάνω σ_ ένα
τραπέζι, το πρώτο γραφείο της ΛΕΜΟΤ_
Ήταν η πρώτη μέρα της άνοιξης. Ένας λαμπρός ήλιος έλουζε την
Αθήνα, κάνοντας την ολοκαίνουρια Suzuki να φαντάζει ακόμα πιο
όμορφη. Καθόμουν πάνω στην αναπαυτική σέλα με το βλέμμα
καρφωμένο στο ταμπλό με τα όργανα, ονειροπολώντας το
Σαββατοκύριακο. Ξαφνικά, η προσοχή μου στράφηκε αλλού. Στο
τέλος της Πραξιτέλους φάνηκε μια αέρινη φιγούρα: μια πανύψηλη
κοπέλα που φαίνονταν ακόμα πιο ψηλή με τη ριγέ φόρμα που
φορούσε. Την παρακολουθούσα καθώς πλησίαζε και δεν άντεξα να
κρατήσω το στόμα μου κλειστό όταν πέρασε δίπλα μου: _τι ωραία
φόρμα_, είπα.
H κοπέλα σταμάτησε, πλησίασε και ρώτησε: _τι
είπατε;_. Τα _χασα, δαγκώθηκα, αλλά βρήκα ξανά τα λόγια μου
και επανέλαβα: _πολύ ωραία φόρμα_.
_Και η μηχανή πολύ ωραία είναι_, απάντησε, _δικιά σου είναι;_.
Έγνεψα καταφατικά, ενώ μέσα μου ευχόμουν να φύγει για να
τελειώσει και η αμηχανία μου. Εκείνη όμως, δεν έλεγε να το
κουνήσει. _Σ_ αρέσουν τα ταξίδια;_, ξαναρώτησε. _
Μάλιστα_,
σκέφτηκα και καθώς είδα κάτι έντυπα που κρατούσε στα χέρια
της, ήμουν βέβαιος πλέον ότι πουλούσε βιβλία ή κάτι τέτοιο και
είχε ήδη βρει πελάτη.
_Καλά είναι_, της είπα και...


