Ήταν κάποτε δυο βλάκες. Ένας βλάκας γιατρός κι ένας βλάκας δικηγόρος. Κι ύστερα έγιναν βουλευτές.
Ήταν κάποτε ένας μελισσοκόμος που του έκλεψαν τα μελίσσια και πήγε στην
αστυνομία να το δηλώσει. Ο αστυνόμος είπε στον μελισσοκόμο να γράψει σ’
ένα χαρτί πώς έμοιαζαν οι μέλισσές του. Ο μελισσοκόμος ρώτησε τον
αστυνομικό «δηλαδή;». Ο αστυνομικός είπε στον μελισσοκόμο να γράψει αν
οι μέλισσές του είχαν κάποιο χαρακτηριστικό κι αν θα τις αναγνώριζε στην
περίπτωση που τις ξαναέβλεπε.
Ο μελισσοκόμος έφυγε κι αγόρασε καινούρια
μελίσσια.
Ήταν κάποτε ένας δικαστής που επειδή δε θυμόταν τις
αποφάσεις που του έλεγαν να βγάλει για τις υποθέσεις που δίκαζε, τις
έγραφε αποβραδίς στο χέρι του. Την επόμενη μέρα, μόλις τελείωνε μία
υπόθεση ανακοινώνοντας την απόφαση που του είχαν πει, έβγαζε από την
τσέπη του ένα υγρό μαντιλάκι κι έσβηνε την υπόθεση από το χέρι του για
να μη μπερδεύεται.
Κι έτσι, όλοι, βλέποντας συνέχεια τον δικαστή να
καθαρίζει τα χέρια του, νόμιζαν ότι είχε πολύ καθαρά χέρια.
Ήταν κάποτε ένας δημοσιογράφος που τα έβγαζε δύσκολα πέρα, επειδή
πληρωνόταν με το κείμενο κι έπρεπε να γράφει πολλά κείμενα. Ώσπου μια
μέρα, του είπαν ότι μπορεί να μην πληρώνεται με το κείμενο, αλλά με το
ψέμα.
Κι ο δημοσιογράφος έγινε πολύ πλούσιος.
Κι ήταν κάποτε
μια χώρα που οι άνθρωποί της όλο έλεγαν «και τι να κάνουμε;» κι έτσι
ζούσαν, μεγάλωναν και πέθαιναν. Με την απορία…
(Καρτεσιος)
(αλιευμένο απο το fb)
Ο μελισσοκόμος έφυγε κι αγόρασε καινούρια
μελίσσια.Ήταν κάποτε ένας δικαστής που επειδή δε θυμόταν τις αποφάσεις που του έλεγαν να βγάλει για τις υποθέσεις που δίκαζε, τις έγραφε αποβραδίς στο χέρι του. Την επόμενη μέρα, μόλις τελείωνε μία υπόθεση ανακοινώνοντας την απόφαση που του είχαν πει, έβγαζε από την τσέπη του ένα υγρό μαντιλάκι κι έσβηνε την υπόθεση από το χέρι του για να μη μπερδεύεται.
Κι έτσι, όλοι, βλέποντας συνέχεια τον δικαστή να
καθαρίζει τα χέρια του, νόμιζαν ότι είχε πολύ καθαρά χέρια.Ήταν κάποτε ένας δημοσιογράφος που τα έβγαζε δύσκολα πέρα, επειδή πληρωνόταν με το κείμενο κι έπρεπε να γράφει πολλά κείμενα. Ώσπου μια μέρα, του είπαν ότι μπορεί να μην πληρώνεται με το κείμενο, αλλά με το ψέμα.
Κι ήταν κάποτε μια χώρα που οι άνθρωποί της όλο έλεγαν «και τι να κάνουμε;» κι έτσι ζούσαν, μεγάλωναν και πέθαιναν. Με την απορία…
(Καρτεσιος)
Categories:

