κομφορμιστής ο [komformistís] Ο7 & κομφορμίστας ο [komformístas] Ο3 θηλ. κομφορμίστρια [komformístria] Ο27 : αυτός που προσαρμόζει τη στάση του στις εκάστοτε συνθήκες, που συμβιβάζεται και συμμορφώνεται με τις κυριαρχούσες απόψεις, ακόμα και όταν αυτές έρχονται σε σύγκρουση με τα βαθύτερα πιστεύω του ή με τις επιταγές της συνείδησής του.

