Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Πολυτεχνείο: Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα μας (φωτογραφίες και κείμενα)

Posted by ΝΕΟΛΑΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ Τρίτη, Νοεμβρίου 17, 2015
















Ξεχυθήκαμε στους δρόμους και πάλι. Κουρέλια ακόμα η φωνή μας. 
Δεν μπορούσε τίποτα να πει... 
Oι δολοφόνοι πλένουν τα χέρια τους
Στους νεροχύτες ...
Σκουπίζονται απ' τα σχισμένα
Πουκάμισα.
Κατουράνε το αίμα μας
Με χοντρές μάνικες ...

Για να ξεπλυθούνε τα πεζοδρόμια
Να πάει ο κόσμος 
Ήσυχα στη δουλειά του το πρωί
Μην αγριέψει το μάτι του.
Μη θυμηθεί το μεσημέρι 
Το σκοτωμένο πρωινό 
Και ανταριέψει ...
Τα υπόλοιπα είναι για το τραγούδι
Μένει μονάχα να...
θυμόμαστε
Ξανά και ξανά
Στα μνημόσυνα και στις επετείους
Πως το κρατούμενο
Δεν είναι ένα ...
Μαζεύτηκαν πολλά
Θα χάσουμε το λογαριασμό
Κι είναι που μας χρωστάνε
Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα μας.

(Δημήτρης Παπαχρήστος: Οι νεροχύτες, από τη συλλογή "Με το ποδήλατο", εκδόσεις Μορφωτική ένωση Λεχαινών , 1980)

Το τανκ δίνει από τηλεβόα δέκα λεπτά καιρό στους στασιαστές να παραδοθούν. 
Σπουδαστές τρέχουν κατά μέσα να αναφέρουν στη συντονιστική επιτροπή του αγώνα. 
Πριν φτάσουν στο βάθος ο αξιωματικός των επιχειρήσεων δίνει εντολή στον οδηγό του τανκ να προχωρήσει. 
Ο φαντάρος ανοίγει τα χέρια του, προς τους σπουδαστές, που μένουν σκαρφαλωμένοι στα κάγκελα της πόρτας, για να καταλάβουν πως πρέπει να παραμερίσουν, γιατί πήρε διαταγή να προχωρήσει. 
Τα "παιδιά" μένουν στις θέσεις τους προκαλώντας: "Χτυπάτε αδέλφια: Εμπρός!" 
Στον εξώστη αγόρια και κορίτσια τραγουδούν με φωνές σκληρές τον Εθνικό Ύμνο. 
Ο αξιωματικός του τανκ επαναλαβαίνει τη διαταγή και το τανκ ορμά γκρεμίζοντας την είσοδο, μαζί με το τελευταίο παλικάρι που αρνήθηκε ή δεν πρόλαβε να πηδήξει...
Προχωρεί, συνθλίβει την μπλε Μερσεντές του Πρύτανη, που πίσω της είναι οχυρωμένα άλλα παιδιά, ισοπεδώνει και το επόμενο αμάξι και σταματά. 

Πυροβολισμοί και πυροβολισμοί καταπίνουν τη λιπόθυμη στροφή, "και σαν πρώτα αντρειωμένοι ...".


Ένας βουβός πανικός σπρώχνει τις πυκνές μάζες των εγκλείστων προς τους πίσω χώρους του Πολυτεχνείου. Ξέρουν καλά τι τους περιμένει. Όλοι οι σπουδαστές που βρίσκονται δω έχουν ζήσει την εμπειρία της κατάληψης της Νομικής Σχολής πριν λίγους μήνες. Πολλοί απ' αυτούς έχουν χάσει τα δόντια τους
από τα χτυπήματα κι άλλοι έχουν σημάδια από σκισίματα που τους έκαναν τα  δερμάτινα μαστίγια των αστυνομικών, με το βαρίδι στην άκρη.

Ούτε μια φωνή, ούτε ήχος από τ' άρβυλα των λοκατζήδων που τρέχουν κυνηγώντας τα παιδιά και τα βγάζουν σαν τους λαγούς τα κυνηγόσκυλα, από τις γωνίες που καταφεύγουν. 

Το βουβό τρέξιμο ξαναρχίζει. Όγκοι συσπειρωμένοι, πενήντα, εκατό, κολλημένοι ο ένας με τον άλλο, προσπαθούν να φτάσουν στην έξοδο της Στουρνάρας διασχίζοντας τις στοές, αλαλιασμένοι, να ξεφύγουν από τους λοκατζήδες. Αλλά φτάνουν στις πίσω θύρες, βλέπουν να ορμούν κατά πάνω τους καινούργιες μάζες λοκατζήδων. Τα παιδιά κάνουν απότομη στροφή για να γλιτώσουν. 

Οι λοκατζήδες όμως ορμούν τους προσπερνούν, τους κυκλώνουν κι αρχίζουν να τους σπρώχνουν προς τις εξόδους, ψιθυρίζοντας, "έξω, έξω τρελοί, προχωρείτε, έξω γρήγορα, να σας σώσουμε θέλουμε". 

Τα παιδιά βουβά, αμήχανα, προχωρούν σαν αυτόματα όπου τα κατευθύνουν. Μόλις οι λοκατζήδες τους βγάζουν έξω τους από τις πόρτες τους εγκαταλείπουν. Οι όγκοι, πάντα βουβοί και συσπειρωμένοι, τολμούν τα πρώτα βήματα μες στο σκοτάδι.

Οι αστυνομικοί τότε από τις γωνιές που είναι κρυμμένοι και πέφτουν απάνω τους με ρόπαλα.


Το μίσος τους, η ήττα τους, η λύσσα τους για τα παιδιά που τόλμησαν και τους πετροβόλησαν και τους εξευτέλισαν, διώχνοντας τους από τα οδοφράγματά τους, όλοι τούτοι οι λογαριασμοί, θα εξοφληθούν, τώρα, μέσα στην ανεξέλεγκτη νύχτα. 

Τα παιδιά γίνονται μια αδιαχώριστη μάζα, που δέχεται χτυπήματα και τρέχει, βουβή, αβοήθητη, τρέχει εμποδίζοντας ταυτόχρονα τη φυγή της.


Ο φόβος κολλά τον έναν απάνω στον άλλο, καθώς σε κάθε στιγμή, σε κάθε γωνιά περιμένουν καινούργια ενέδρα και επίθεση. Γιατί οι πρώτοι αστυνομικοί τους εγκαταλείπουν , μόλις καινούριες μάζες παιδιών ξεμπουκάρουν από το Πολυτεχνείο. 
Θέλουν να προλάβουν να τους χτυπήσουν όλους. 
Κανείς δεν πρέπει να γλιτώσει από τη λύσσα τους.


Οι πολυκατοικίες αναστατώνουνται από τα κουδούνια που αρχίζουν να χτυπούν παρατεταμένα, όλα μαζί. Είναι τα παιδιά που ζητούν άσυλο, τρέμοντας την αγριάδα της νύχτας. 
Αλλά ο κόσμος που κατοικεί πίσω από το Πολυτεχνείο δεν έχει δει την εισβολή. Δεν ξέρει την πτώση. 
Από μια στιγμή κι έπειτα μαζί με τον πομπό της "Ελευθερίας" και το σπάσιμο του Ύμνου, μόνο η σιωπή απλώνεται. Κι έπειτα από λίγο ένας ψίθυρος φρικτός, εφιαλτικός, ανυπόφορος, που δε μοιάζε με τίποτα, ανυπόφορος λες κι ο λαός ξεψυχά. 

Είναι ο θόρυβος από τα παιδιά που τρελλά από το φόβο τραβούν τα πόδια τους στους άδειους δρόμους, αμίλητα. 

Κανείς δεν ξέρει τι γίνεται και ποιος μπορεί να χτυπά την πόρτα του. Εχθρικοί και γεμάτοι μίσος, οι κάτοικοι των πολυκατοικιών, υποψιάζονται πως είναι η αστυνομία, που θέλει ν' ανέβει στις ταράτσες, για να χτυπά από κει, όπως είχε γίνει ήδη, από άλλες ταράτσες της περιοχής.


Κανείς δεν ανοίγει στην αρχή. Τρομαγμένοι από τα κουδούνια ου δεν λένε να σταματήσουν, καταφεύγουν πάλι στα ραδιόφωνα. 
Ένας άλλος σταθμός που λειτουργεί κάπου στην Κολιάτσου, ή την Αμερικής, στέλνει απεγνωσμένες εκκλήσεις στον πομπό του Πολυτεχνείου. Με συγκινητική αφέλεια απορεί για την διακοπή και φαντάζεται πως πρόκειται για κάποια βλάβη.


Μέσα στους χώρους του Πολυτεχνείου το μακελειό είναι απερίγραπτο. Αξιωματικοί του στρατού και αστυνομικοί συμπλέκονται, παίρνοντας ο ένας από του άλλου τα χέρια αγόρια ή κορίτσια χτυπώντας τα με μανία. Τα παρατούν αναίσθητα στη γη. Άλλοι περνώντας, σταματούν το τρέξιμό τους και πηδούν απάνω στ' άψυχα κορμιά που, πεσμένα κάτω δεν αντιδρούν.

Μια ομάδα λοκατζήδων ορμά με τις λόγχες προτεταμένες στον πέμπτο όροφο που βρίσκεται το πρόχειρο νοσοκομείο. Οι τραυματίες κείτουνται απάνω στα τραπέζια που χρησιμεύουν για κρεβάτια.
Η πρώτη ξιφολόγχη κόβει περνώντας τον λαστιχένιο σωλήνα που συνδέει τον ασκό του οξυγόνου με έναν βαριά τραυματισμένο. Ένας άλλος ξεκρεμά και πετά κατά γης τη φιάλη απ' όπου μεταγγίζεται το αίμα σε ετοιμοθάνατο. Μια κοπέλα, που κάνει χρέη νοσοκόμου, ορμνάαπάνω του, παρακαλώντας. 
Ο λοκατζής πιάνει το παντελόνι της και το σκίζει στα δύο, από την πίσω ραφή, αφήνοντας την γδυμνή στη μέση της αίθουσας. ' όλες τις κοπέλες που βοηθούν τους γιατρούς ή που καταφύγανε κει, την ώρα της εισβολής, επαναλαμβάνεται το ίδιο. 
Τα μπλουτζήν κουρελιάζονται, σκισμένα με τις ξιφολόγχες. Έτσι, τυλιγμένες οι περισσότερες με ματωμένα σεντόνια ή κουβέρτες, συλλαμβάνονται και φορτώνονται στα καμιόνια.


Οι περίοικοι, κρυμμένοι πίσω από τις κατεβασμένες γρίλιες τους, με τα φώτα των σπιτιών τους σβηστά, παρακολουθούν τους δρόμους. Βλέπουν τις ομάδες των φοιτητών να γλιστρούν στα σκοτάδια. Και όταν φτάνουν στο σημείο της ενέδρας αντιλαμβάνονται όλοι το ίδιο: Από τη μάζα των σπουδαστών, ξεχωρίζουν μερικοί και σμίγουν με τους αστυνομικούς και πέφτουν μαζί τους, πάνω στους κυνηγημένους. Όλοι αυτοί φορούν κόκκινα πουλόβερ ή πουκάμισα. Σύμπτωση;

Μερικοί είσοδοι πολυκατοικιών ανοίγουν επιτέλους. Όχι όμως και διαμερίσματα. Ο τρόμος έχει καλύψει τα πάντα. Από κάθε πολυκατοικία είναι ζήτημα αν άνοιγε ένα διαμέρισμα την πόρτα του. Πολλοί φιλοξένησαν, σε μικρούς χώρους πενήντα και εκατό παιδιά. Άλλα, που δεν έχουν αυτή την τύχη, χώνουνται στα κοιλώματα των εισόδων ή σε σκάλες, παλιών υπογείων.


Οι Περίοικοι του Πολυτεχνείου εγκλωβισμένοι, όπως κι όλη η Αθήνα τώρα, ζουν την παγωνιά αυτής της μονοκόμματης, άσπλαχνης σιωπής που κράτησε ως τη στιγμή που και ο πιο ασήμαντος χώρος του Πολυτεχνείου έχει ελεγχθεί και εκκενωθεί. 
Όλες οι κλειδωμένες πόρτες έχουν σπάσει, γκρεμισμένες από τους εισβολείς. Σύμφωνα με τις διαταγές, έπρεπε, φαίνεται, να καταστραφούν τα πάντα για να ενοχοποιήσουν την επομένη τους σπουδαστές. 
Τότε μόνο, όταν, στρατός και αστυνομία, τελειωσαν τους βανδαλισμούς, ακούστηκε μια σκυλίσια φωνή ου καλούσε σε ανασύνταξη. 
Οι δυνάμεις εισβολής άρχισαν να συντάσσουνται επί της Πατησίων. Απέναντι στη γκρεμισμένη είσοδο του Πολυτεχνείου παρατάχθηκαν οι λοκατζήδες. 
Πίσω τους οι αστυνομικοί, σα θεατές. Ξάφνου, η ανεξήγητη σιωπή κομματιάστηκε, από τις άγριες πολεμόχαρες φωνές που τραγουδούσαν:
Είμαστε παλληκάρια
των αρμάτων τα παιδιά
και μες στη φωτιά με γερή καρδιά
θα ριχτούμε όλοι μας.
Κι αν το γράφει η μοίρα
μες στο άρμα να καούμε
πάμε να φρουρήσουμε
της πατρίδας την τιμή,
όλοι μαζί, όλοι μαζί.

Οι περίοικοι παθαίνουν υστερικές κρίσεις και ξεφωνίζουν, καθώς ακούνε τους νικητήριους παιάνες του στρατού που συνέτριψε τον Ε χ θ ρ ό. Στο τέλος του εμβατηρίου, οι αστυνομικοί χειροκροτούν τους ήρωες νικητές. 

22  του Νοέμβρη 1973
(Λιλή Ζωγράφου: απόσπασμα από το βιβλίο "Πως φτάσαμε στη νύχτα της μεγάλης σφαγής", εκδόσεις Γραμμή 1980)



Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια μέσα στην Ελλάδα ακολουθώντας το χυμένο αίμα το σπαταλημένο

Αίμα σταλαματιές κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη

Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένοι αλλάζουνε θέση δεν ξυπνάνε

Μόνο το χέρι τους υψώνεται και δείχνει τη μεριά που περπατάνε οι δολοφόνοι.

Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους.
(Τάκης Σινόπουλος: Δοκίμιο '73-'74)


* Οι φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο
 "ΣΗΜΕΡΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ. Πολυτεχνείο: από την κατάληψη στην εισβολή" 
Εκδόσεις ΕΡΜΕΙΑΣ

* Τα κείμενα προέρχονται από την  ανθολογία του Ηλία Γκρη, 
Το μελάνι φωνάζει – Η 17η Νοέμβρη στη λογοτεχνία (εκδόσεις Μεταίχμιο)


  • Blogroll

  • Blog Archive