Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Περίπου 9 εκατομμύρια γυναίκες στην ΕΕ έχουν βιαστεί από την ηλικία των 15 ετών και έπειτα. Ο αριθμός είναι συγκλονιστικός. Εξίσου ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι...
λίγες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν αυτό το έγκλημα τόσο σοβαρά όσο πρέπει, τόσο στη νομοθεσία όσο και στην πράξη.

της Anna Blus, ερευνήτριας της Διεθνούς Αμνηστίας, από την ιστοσελίδα της οργάνωσης

(Σημείωση TPP: Πριν από μερικές εβδομάδες επικυρώθηκε και από την Ελλάδα η Σύμβαση της Κωνσταντινούπουλης, το «πληρέστερο και πιο ολοκληρωμένο πλαίσιο προστασίας για τη βία κατά των γυναικών που υπάρχει». Η Σύμβαση ορίζει ως μόνο κριτήριο του βιασμού την «απουσία συναίνεσης», ωστόσο, παρά την έγκριση της από τη Βουλή, το άρθρο 336 του ποινικού κώδικα σχετικά με τον βιασμό, που απαιτεί την ύπαρξη και «σωματικής βίας», δεν άλλαξε. Η αναφορά στην προϋπόθεση της σωματικής βίας ή την απειλή δεν συμβαδίζει με τα διεθνή πρότυπα και δίνει μεγάλα περιθώρια στους δράστες να μην τιμωρηθούν για τις πράξεις τους. Δείτε εδώ το αναλυτικό ρεπορτάζ του TPP)

Μόνο εννέα ευρωπαϊκές χώρες από τις 33 αναγνωρίζουν την απλή αλήθεια ότι το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός (όταν υπολογίζονται χωριστά οι τρεις δικαιοδοσίες της Μεγάλης Βρετάνιας).

Τι μήνυμα στέλνει αυτό στους δράστες; Τι λέει αυτό στις κοινωνίες μας, όπου όσες έχουν επιζήσει μία σεξουαλική επίθεση εξακολουθούν να κατηγορούνται κατά κύριο λόγο οι ίδιες για αυτή;

Η έλλειψη νομικής αναγνώρισης ότι το μη συναινετικό σεξ είναι βιασμός τροφοδοτεί την αντίληψη ότι είναι δική μας ευθύνη ως γυναίκες να προστατευθούμε από βιασμό. Οι αντιλήψεις αυτές είναι επικίνδυνες και πρέπει να αλλάξουν.

Η Αγγλία και η Ουαλία, η Σκωτία, η Βόρεια Ιρλανδία και η Δημοκρατία της Ιρλανδίας, καθώς και το Βέλγιο, η Κύπρος, το Λουξεμβούργο και η Γερμανία έχουν ορισμούς με βάση τη συναίνεση.

Αλλά οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουν μείνει πολύ πίσω, με τους ποινικούς τους νόμους να ορίζουν ακόμα τον βιασμό με βάση την άσκηση σωματικής βίας ή την απειλή της, τον εξαναγκασμό ή την αδυναμία να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Από τις σκανδιναβικές χώρες, που θεωρούνται ευρέως πρωτεργάτες στην ισότητα των φύλων, η Ισλανδία είναι η πρώτη και μόνη που μέχρι στιγμής έχει εισάγει έναν ορισμό που βασίζεται στη συναίνεση.

Ο βουλευτής Jón Steindór Valdimarsson, ο οποίος υποστήριξε την αλλαγή στην Ισλανδία, δήλωσε στην Grapevine του Ρέικιαβικ: «Θα βοηθήσει πιθανώς να αποτραπούν οι σεξουαλικές συνευρέσεις που συμβαίνουν χωρίς συναίνεση. Αυτός είναι, νομίζω, ο κύριος αντίκτυπος αυτού του νόμου».

Θα ακολουθήσουν και οι άλλες χώρες του Βορρά και της υπόλοιπης Ευρώπης;

Στη Νορβηγία, οι πολιτικοί μόλις έχασαν την ευκαιρία. Στις 5 Απριλίου, το νορβηγικό κοινοβούλιο απέρριψε μια τέτοια αλλαγή την ίδια ημέρα που η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών επέκρινε την κυβέρνηση για τον ισχύοντα νόμο. Ωστόσο, στη γειτονική Σουηδία, η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να εγκρίνει ένα νέο «νόμο περί συναίνεσης» πριν από το καλοκαίρι. Στη Δανία και τη Φινλανδία, παρόμοιες προτάσεις συζητούνται ή υποστηρίζονται από πολυάριθμους ακτιβιστές, ακτιβίστριες και οργανώσεις.

Ο νομικός ορισμός του βιασμού με βάση την έλλειψη συναίνεσης δεν είναι νέος ή πρωτοποριακός. Αποτελεί αναγνωρισμένο διεθνές πρότυπο για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης), που θεωρείται ευρέως ως το πιο ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο μέχρι σήμερα για την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών, υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη να ποινικοποιήσουν όλες τις μη συναινετικές πράξεις σεξουαλικής φύσης. Παρά το γεγονός ότι η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης έχει επικυρωθεί από περισσότερα από 20 ευρωπαϊκά κράτη, η πλειοψηφία τους δεν έχει ακόμη τροποποιήσει τους νομικούς ορισμούς του βιασμού.

Τα τελευταία πέντε χρόνια, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (επιτροπή CEDAW) κάλεσε πολλά ευρωπαϊκά κράτη να εναρμονίσουν τη νομοθεσία τους για το βιασμό με τα διεθνή πρότυπα, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, και να ορίσουν το βιασμό με βάση την απουσία συναίνεσης.

Σύμφωνα με την έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την έμφυλη βία του 2016, σχεδόν το ένα τρίτο των ερωτηθέντων έκριναν ότι η σεξουαλική επαφή χωρίς συναίνεση μπορεί να δικαιολογείται «υπό ορισμένες περιστάσεις». Αυτές περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, εάν το άτομο είναι μεθυσμένο ή υπό την επήρεια ναρκωτικών, πηγαίνει εθελοντικά στο σπίτι με κάποιον, φοράει αποκαλυπτικά ρούχα, χωρίς να λέει "όχι" σαφώς ή να μην αντεπιτίθενται.

Στην πραγματικότητα, παρά την προσδοκία ότι ένα θύμα βιασμού θα αντεπιτεθεί, η παράλυση όταν δέχεσαι σεξουαλική επίθεση έχει αναγνωριστεί ως κοινή φυσιολογική και ψυχολογική αντίδραση, αφήνοντας το άτομο ανίκανο να αντισταθεί στην επίθεση, συχνά μέχρι το σημείο της ακινησίας. Για παράδειγμα, μια σουηδική κλινική μελέτη του 2017 διαπίστωσε ότι το 70% των 298 γυναικών που επέζησαν από βιασμούς βίωσαν την «ακούσια παράλυση» κατά τη διάρκεια της επίθεσης.

Σε μια ανοιχτή υπόθεση στη Βόρεια Ισπανία, η αυτοψία του σώματος της Diana Quer, που εξαφανίστηκε το 2016, δεν επέτρεψε να διαπιστωθεί εάν βιάστηκε με βάση βιολογικά στοιχεία λόγω του βαθμού αποσύνθεσης. Αλλά η υπόθεση πυροδότησε σημαντικές συζητήσεις για το πόσο παραπλανητικές είναι οι προσδοκίες που θέλουν τις γυναίκες να αντιστέκονται στον βιασμό, ενώ μερικά μέσα υπέθεσαν ότι η Diana σκοτώθηκε ακριβώς επειδή αντιστάθηκε στη σεξουαλική επίθεση. Όχι μόνο οι κοινωνικές προσδοκίες, αλλά και πάρα πολλά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης θέτουν το βάρος στις γυναίκες να αντισταθούν αντί στους δράστες να μην βιάζουν. Όπως δείχνει αυτή η περίπτωση, όταν οι γυναίκες αντιστέκονται, μπορούν να το πληρώσουν με τη ζωή τους. Όταν δεν το κάνουν, συχνά δεν τις πιστεύουν.

Στη Βόρεια Ιρλανδία, η πολύ-δημοσιευμένη αθώωση τεσσάρων παικτών ράγκμπι του Ulster για βιασμό και άλλα σεξουαλικά αδικήματα προκάλεσε συζητήσεις σε εθνικό επίπεδο σχετικά με την επάρκεια των νομικών διαδικασιών και την αντιμετώπισή τους από τις καταγγέλλοντες. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η προσφεύγουσα ανακρίθηκε από τέσσερις δικηγόρους υπεράσπισης για οκτώ ημέρες και τα ματωμένα εσώρουχα της προβλήθηκαν στο δικαστήριο. Αυτό προκάλεσε μια έκρηξη αλληλεγγύης για τη γυναίκα τόσο στη Βόρεια Ιρλανδία όσο και στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, με χιλιάδες άτομα να συμμετέχουν σε διαδηλώσεις στο Μπέλφαστ, στο Cork, στο Δουβλίνο και σε άλλες πόλεις, εκφράζοντας την υποστήριξή τους μέσω του hashtag #IBelieveHer και της σελίδας Facebook και μοιράζοντας τις δικές τους ιστορίες.

Αυτό που υπέδειξε έντονα η δίκη του Μπέλφαστ είναι ότι ακόμη και σε μια περιοχή όπου ο βιασμός ορίζεται με βάση την έλλειψη συναίνεσης, παραμένουν πολλά εμπόδια στην πρόσβαση των γυναικών στη δικαιοσύνη για περιπτώσεις βιασμού. Οι ορισμοί με βάση τη συναίνεση των βιασμών και οι νομικές μεταρρυθμίσεις δεν είναι οι τελικές λύσεις για την αντιμετώπιση και την πρόληψη αυτού του συνεχώς υπάρχοντος εγκλήματος, αλλά αποτελούν σημαντικά σημεία εκκίνησης. Η εφαρμογή και η πρόληψη παρεμποδίζονται από τις εκτεταμένες προκαταλήψεις, τη στοχοποίηση των θυμάτων, τα στερεότυπα και τους μύθους, συχνά μεταξύ εκείνων που επιφορτίζονται με την πρόληψη του βιασμού και επιτρέπουν την πρόσβαση των επιζώντων βιασμού στη δικαιοσύνη. Με το κίνημα #MeToo, οι φωνές μας ως γυναίκες ακούγονται όπως ίσως ποτέ άλλοτε. Αλλά δεν είναι μόνο οι ακτιβιστές και οι ακτιβίστριες που πρέπει να επιβάλλουν αλλαγές. Είναι καιρός τα κράτη να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να αναγνωρίσουν με νόμο ότι το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός.













ΠΗΓΗ
  • Blogroll

  • Blog Archive