Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Η Ιστορία της Ξεχασμένης Ελεύθερης Σκοπεύτριας που Σκότωσε 75 Ναζί

Posted by Αργυρώ Μπρατσιώτη Παρασκευή, Ιουλίου 28, 2017
Η παρακάτω ιστορία είναι της ανθυπασπίστριας-ελεύθερης σκοπεύτριας Klavdia Grigoryevna Krokhina και αποτελεί απόσπασμα από...
το συναρπαστικό καινούριο βιβλίο της νομπελίστριας Svetlana Alexievich «The Unwomanly Face of War: An Oral History of Women in World War II» («Το μη Θηλυκό Πρόσωπο του Πολέμου: Μια Προφορική Ιστορία των Γυναικών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο»).

Η πρώτη φορά είναι τρομακτική, πολύ τρομακτική.



Κρυβόμασταν κι εγώ φύλαγα τσίλιες. Και τότε πρόσεξα έναν Γερμανό να ξεμυτίζει από ένα χαράκωμα. Πάτησα τη σκανδάλη και έπεσε κάτω. Και τότε με έπιασε ένα τρέμουλο, τόσο δυνατό που άκουγα τα κόκαλά μου να χτυπούν. Έκλαψα. Όταν πυροβολούσα στόχους δεν ήταν τίποτα, αλλά τώρα είχα σκοτώσει. Είχα σκοτώσει έναν άγνωστο άνδρα. Δεν ήξερα τίποτα για εκείνον, αλλά τον σκότωσα.

Μετά πέρασε. Ήδη προελαύναμε. Περνούσαμε μπροστά από έναν μικρό οικισμό. Νομίζω ήταν στην Ουκρανία. Και εκεί δίπλα στον δρόμο είδα έναν στρατώνα ή ένα σπίτι, αδύνατον να καταλάβω. Ήταν καμένο ολοσχερώς, μόνο μαύρες πέτρες είχαν απομείνει. Πολλά κορίτσια δεν πλησίαζαν, αλλά εμένα σαν κάτι να με τραβούσε. Υπήρχαν ανθρώπινα κόκαλα ανάμεσα στα αποκαΐδια, με καμένα αστεράκια ανάμεσά τους: ήταν τραυματίες ή κρατούμενοι, δικοί μας, που είχαν καεί. Μετά, όσους κι αν σκότωνα, δεν λυπόμουν. Είχα δει εκείνα τα μαυρισμένα αστεράκια.

Όταν γύρισα απ' τον πόλεμο, τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει. Ήμουν 21 ετών και τα μαλλιά μου ήταν κάτασπρα. Είχα τραυματιστεί σοβαρά, είχα πάθει διάσειση, δεν άκουγα καλά από το ένα αυτί. Η μαμά με προϋπάντησε μ' αυτά τα λόγια: «Πίστευα ότι θα γυρίσεις. Προσευχόμουν για σένα μέρα-νύχτα». Ο αδερφός μου είχε χαθεί στο μέτωπο. Η μαμά θρηνούσε: «Δεν έχει σημασία πια αν γεννάς αγόρια ή κορίτσια. Αλλά και πάλι εκείνος ήταν άνδρας, έπρεπε να υπερασπιστεί την πατρίδα, εσύ όμως είσαι γυναίκα. Ένα πράγματα ζήτησα από τον Θεό, αν σε παραμορφώσουν, καλύτερα να σε σκοτώσουν. Πήγαινα στον σταθμό συνέχεια, να βλέπω τα τρένα. Μια φορά είδα μια στρατιωτίνα με καμένο πρόσωπο. Άρχισα να τρέμω. Μετά, προσευχήθηκα και για 'κείνη».

«Στον Κόκκινο Στρατό πολεμάνε ερμαφρόδιτοι, όχι γυναίκες»


Στην περιοχή Τσελιάμπινσκ, όπου γεννήθηκα, γίνονταν εξορύξεις, όχι μακριά από το σπίτι μας. Μόλις ξεκινούσαν οι εκρήξεις –πάντα νύχτα για κάποιον λόγο- πεταγόμουν απ' το κρεβάτι κι έπιανα το παλτό μου - και έτρεχα, να πάω γρήγορα κάπου. Η μαμά με σταματούσε, με κρατούσε σφιχτά και μου μιλούσε: «Ξύπνα. Ξύπνα. Ο πόλεμος τελείωσε. Είσαι σπίτι». Όταν μου έλεγε, «Είμαι η μαμά σου», συνερχόμουν. Μιλούσε σιγανά. Οι δυνατές φωνές με τρόμαζαν.

Το δωμάτιο είναι ζεστό, αλλά η Klavdia Grigoryevna τυλίγεται με μια βαριά καρό κουβέρτα. Κρυώνει. Συνεχίζει:

Γρήγορα γίναμε στρατιώτες. Ξέρεις, δεν υπήρχε χρόνος να σκεφτείς, να αναλογιστείς τα συναισθήματά σου.

Οι ανιχνευτές μας έπιασαν αιχμάλωτο έναν Γερμανό αξιωματικό και εκείνος ήταν τρομερά έκπληκτος που τόσοι πολλοί στρατιώτες είχαν σκοτωθεί στο πόστο του και όλοι με πυροβολισμούς στο κεφάλι. Σχεδόν στο ίδιο σημείο. Ένας απλός σκοπευτής, επέμενε, δεν θα μπορούσε να κάνει τόσα χτυπήματα στο κεφάλι. Σίγουρα. «Δείξτε μου τον σκοπευτή που σκότωσε τόσους πολλούς στρατιώτες μου. Είχα μεγάλες ενισχύσεις αλλά κάθε μέρα σκοτώνονταν μέχρι και δέκα άνδρες», είπε. Ο διοικητής του συντάγματος λέει: «Δυστυχώς δεν μπορώ να σας τον δείξω. Ήταν μια ελεύθερη σκοπεύτρια, αλλά σκοτώθηκε». Ήταν η Sasha Shliakhova. Σκοτώθηκε σε μονομαχία ελεύθερων σκοπευτών. Και την πρόδωσε το κόκκινο μαντίλι της. Της άρεσε πάρα πολύ. Αλλά ένα κόκκινο μαντίλι είναι ορατό στο χιόνι. Όταν ο Γερμανός αξιωματικός άκουσε ότι ήταν γυναίκα, έμεινε έκπληκτος, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Έμεινε σιωπηλός για κάμποση ώρα. Στην τελευταία ανάκριση, προτού σταλεί στη Μόσχα (ήταν τελικά σπουδαίο πρόσωπο) εξομολογήθηκε: «Δεν έχω πολεμήσει ποτέ με γυναίκα. Είστε όλες πανέμορφες. Και η προπαγάνδα μας, μας λέει ότι στον Κόκκινο Στρατό πολεμάνε ερμαφρόδιτοι, όχι γυναίκες». Άρα, δεν κατάλαβε τίποτα.

Πηγαίναμε δυο-δυο. Είναι πολύ δύσκολο να κάθεσαι μόνος σου από το ξημέρωμα ως τη δύση του ήλιου: τα μάτια σου κουράζονται, δακρύζουν, χάνεις την αίσθηση στα χέρια σου, όλο το σώμα σου μουδιάζει από την ένταση. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο την άνοιξη. Το χιόνι λιώνει από κάτω σου, περνάς όλη τη μέρα στο νερό. Επιπλέεις μέσα του· μερικές φορές πάγωνες και κολλούσες στο έδαφος. Ξεκινούσαμε την αυγή και γυρίζαμε από την πρώτη γραμμή, όταν νύχτωνε. Για 12 ώρες ή και παραπάνω ξαπλώναμε στο χιόνι ή σκαρφαλώναμε στην κορυφή κάποιου δέντρου, στη σκεπή της αποθήκης ενός κατεστραμμένου σπιτιού και εκεί κρυβόμασταν, ώστε ο εχθρός να μη δει από πού παρακολουθούσαμε. Προσπαθούσαμε να βρούμε ένα σημείο όσο πιο κοντά γινόταν: 700, 800, μερικές φορές μόλις 500 μέτρα μάς χώριζαν από τα χαρακώματα όπου βρίσκονταν οι Γερμανοί. Νωρίς το πρωί, τους ακούγαμε κιόλας να μιλάνε. Να γελάνε.

Δεν ξέρω γιατί δεν φοβόμασταν. Τώρα, δεν το καταλαβαίνω. Προχωρούσαμε πολύ γρήγορα. Και χάναμε την ενέργειά μας, τα εφόδια λιγόστευαν: μας τελείωναν τα πυρομαχικά, οι προμήθειες και μια οβίδα είχε καταστρέψει την κουζίνα. Τρεις μέρες τρώγαμε ξεραμένες κόρες. Οι γλώσσες μας είχαν γδαρθεί τόσο, που δεν μπορούσαμε να τις κουνήσουμε. Η συντρόφισσά μου σκοτώθηκε και πήγα στην πρώτη γραμμή με μια «καινούρια» κοπέλα. Ξαφνικά είδε ένα πουλάρι στη νεκρή ζώνη. Τόσο όμορφο, με φουντωτή ουρά. Περπατούσε ήρεμα, σαν να μη γινόταν πόλεμος. Και άκουσα μια φασαρία τους Γερμανούς, που το είχαν δει. Και οι δικοί μας ξεκίνησαν να μιλάνε.
«Θα ξεφύγει. Θα γινόταν ωραία σούπα».

«Δεν μπορείς να το χτυπήσεις με το ημιαυτόματο από αυτήν την απόσταση». Μας είδαν. «Έρχονται οι ελεύθερες σκοπεύτριες. Θα το σκοτώσουν αμέσως. Εμπρός, κορίτσια».


Δεν είχα χρόνο να σκεφτώ. Από συνήθεια στόχευσα και πυροβόλησα. Τα πόδια του πουλαριού λύγισαν. Έπεσε στο πλευρό. Μου φάνηκε –ίσως ήταν παραίσθηση- ότι άφησε ένα ψιλό, διαπεραστικό χρεμέτισμα.

Μόνο τότε το συνειδητοποίησα. Γιατί το είχα κάνει; Τόσο όμορφο και το σκότωσα, το έκανα σούπα. Άκουσα λυγμούς πίσω μου. Γύρισα. Ήταν η «καινούρια» κοπέλα

«Τι συμβαίνει;», ρώτησα.

«Λυπήθηκα το πουλάρι» - και τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα.

«Ω, τι ευαίσθητη που είσαι. Και εμείς πεινάμε τέσσερεις μέρες. Λυπάσαι, επειδή δεν έθαψες κανέναν ακόμη. Δοκίμασε να περπατάς 30 χιλιόμετρα τη μέρα με πλήρη εξάρτυση πεθαίνοντας της πείνας. Πρώτα θα διώξουμε τους γερμαναράδες και μετά θα είναι ώρα για συναισθηματισμούς. Μπορούμε να λυπηθούμε. Αργότερα. Καταλαβαίνεις, αργότερα».

Κοιτάζω τους στρατιώτες που μόλις πριν από λίγο με ενθάρρυναν. Μου το ζητούσαν. Μόλις τώρα. Πριν από λίγα λεπτά. Κανείς δεν με κοιτάζει, σαν να μην με έχουν προσέξει· ο καθένας χαμηλώνει το βλέμμα και κάνει τη δουλειά του. Καπνίζει, σκάβει. Ένας ακονίζει κάτι. Κι εγώ μπορώ να κάνω ό,τι θέλω. Να κάτσω κάτω και να κλάψω. Να ουρλιάξω. Λες και είμαι κανένας χασάπης που δεν τον νοιάζει να σκοτώνει για το τίποτα. Αλλά αγαπούσα όλα τα ζωντανά πλάσματα από παιδί. Είχαμε μια αγελάδα και αρρώστησε και έπρεπε να τη σφάξουμε. Έκλαιγα δυο μέρες. Δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Και τώρα, μπαμ, πυροβόλησα ένα αβοήθητο πουλάρι. Τι να πω. Ήταν το πρώτο πουλάρι που είχα δει μέσα σε δυο χρόνια.

Το βράδυ σέρβιραν φαγητό. Οι μάγειρες είπαν: «Μικρή σκοπεύτρια, απόψε έχουμε κρέας στο καζάνι μας». Άφησαν κάτω τις γαβάθες κι έφυγαν. Και τα κορίτσια μου κάθισαν και δεν άγγιξαν το φαγητό. Κατάλαβα τι συνέβαινε, ξέσπασα σε δάκρυα και βγήκα τρέχοντας από το χαράκωμα. Τα κορίτσια έτρεξαν ξοπίσω μου, ξεκίνησαν να με παρηγορούν. Κι ύστερα, αμέσως έπιασαν τις γαβάθες τους και ξεκίνησαν να τρώνε.


Όλα ήταν μαύρα. Μόνο το αίμα είχε άλλο χρώμα, το αίμα ήταν κόκκινο.

Ναι, έτσι ήταν τα πράγματα. Ναι, δεν μπορώ να ξεχάσω.

Το βράδυ μιλούσαμε, φυσικά. Για τι πράγμα; Φυσικά για το σπίτι μας, η καθεμιά έλεγε για τη μάνα της και τον πατέρα της ή τα αδέρφια της που πολεμούσαν. Και τι θα κάναμε μετά τον πόλεμο. Και πώς θα παντρευόμασταν και αν οι άνδρες μας θα μας αγαπούσαν.

Ο διοικητής μας γελούσε. «Έι, κορίτσια. Καλές είστε, αλλά μετά τον πόλεμο οι άνδρες θα φοβούνται να σας παντρευτούν. Ξέρετε, έχετε καλό σημάδι. Θα τους πετάξετε κάνα πιάτο κατακέφαλα και θα τους σκοτώσετε».

Τον άνδρα μου τον γνώρισαν στον πόλεμο. Ήμασταν στο ίδιο σύνταγμα. Τραυματίστηκε δυο φορές, έπαθε διάσειση. Ήταν στον πόλεμο από την αρχή ως το τέλος και έμεινε στον στρατό όλη του τη ζωή μετά. Υπήρχε ανάγκη να του εξηγήσω τι ήταν ο πόλεμος; Από πού είχα γυρίσει; Πώς ήμουν; Όποτε υψώνω τη φωνή μου, είτε δεν προσέχει είτε δεν μιλάει. Και τον συγχωρώ. Έμαθα και εγώ. Μεγαλώσαμε δυο παιδιά. Έχουν τελειώσει το πανεπιστήμιο. Έναν γιο και μια κόρη.

Την πήγαμε στη μητέρα της. Συναντήθηκαν 30 χρόνια μετά τον πόλεμο. Η μητέρα της κόντεψε να χάσει τα λογικά της.


Τι άλλο να σας πω. Αποστρατεύτηκα, ήρθα στη Μόσχα. Και για να πάω από τη Μόσχα στο σπίτι, έπρεπε να πάω με άλογο και μετά αρκετά χιλιόμετρα με τα πόδια. Τώρα υπάρχει μετρό, αλλά τότε υπήρχαν παλιά χωράφια με κερασιές και βαθιά φαράγγια. Ένα φαράγγι ήταν πολύ μεγάλο και έπρεπε να το διασχίσω. Είχε ήδη νυχτώσει, όταν έφτασα εκεί. Φυσικά, φοβόμουν να περάσω. Στάθηκα εκεί, μην ξέροντας τι να κάνω: είτε να γυρίσω πίσω και να περιμένω να ξημερώσει είτε να μαζέψω όλο μου το θάρρος και να το ρισκάρω. Τώρα που το θυμάμαι, μου φαίνεται αρκετά αστείο. Είχα έναν ολόκληρο πόλεμο πίσω μου. Και τι δεν είχα δει! Μέχρι σήμερα θυμάμαι τη μυρωδιά απ' τα πτώματα, ανάκατη με τη μυρωδιά φτηνού καπνού. Αλλά τότε ήμουν ακόμη νέο κορίτσι. Στο τρένο. Γυρίζαμε σπίτι από τη Γερμανία. Ένα ποντίκι βγήκε από το σακίδιο κάποιου και τα κορίτσια μας πετάχτηκαν πάνω. Εκείνες στις πάνω κουκέτες κατέβηκαν τσιρίζοντας. Ένας λοχαγός ταξίδευε μαζί μας. Εξεπλάγη. «Είστε όλες παρασημοφορημένες και φοβάστε τα ποντίκια».

Ευτυχώς για μένα, περνούσε ένα φορτηγό. Σκέφτηκα, «Θα του πω να με πάρει». Το φορτηγό σταμάτησε.

«Θέλω να πάω στο Ντιακόφσκοε», φώναξα.

«Εκεί πάω κι εγώ». Ο νεαρός άνοιξε την πόρτα.

Μπήκα στην καμπίνα, έβαλε τη βαλίτσα μου πίσω και φύγαμε. Με βλέπει με τη στολή, τα παράσημα, ρωτάει: «Πόσους Γερμανούς σκότωσες;».

Του λέω: «75».


Λέει λίγο κοροϊδευτικά: «Έλα τώρα, μάλλον δεν θα είδες ούτε έναν».

Τότε τον αναγνώρισα: «Kolka Chizhov; Εσύ είσαι; Θυμάσαι, σε βοήθησα να δέσεις το κόκκινο μαντίλι σου».

Πριν από τον πόλεμο είχα δουλέψει για έναν φεγγάρι αρχηγός Πιονιέρων στο σχολείο μου [σ.σ. Στους Πιονιέρους συμμετείχαν παιδιά 10-15 ετών και ιδρύθηκε το 1922. Ήταν κάτι ανάλογο των προσκόπων στη Δύση].

«Maruska, εσύ είσαι;».

«Εγώ».

«Αλήθεια;». Σταμάτησε το φορτηγό.

«Πήγαινέ με σπίτι. Τι σταματάς στη μέση του δρόμου;». Είχα δάκρυα στα μάτια. Και εκείνος, το καταλάβαινα. Τι συνάντηση!

Πήγαμε ως το σπίτι μου, έτρεξε με τη βαλίτσα στη μάνα μου και διέσχισε την αυλή χορεύοντας και κρατώντας τη βαλίτσα.

«Έλα γρήγορα, σου 'φερα την κόρη σου». Δεν μπορώ να το ξεχάσω. Πώς να το ξεχάσω;

Γύρισα και όλα έπρεπε να ξεκινήσουν απ' την αρχή. Έπρεπε να μάθω να φοράω παπούτσια. Τρία χρόνια στο μέτωπο φορούσα μπότες. Φορούσαμε ζώνες σφιχτές και τώρα όλα τα ρούχα μάς φαίνονταν φαρδουλά, νιώθαμε κάπως παράξενα. Κοίταζα τις φούστες με φρίκη. Τα φορέματα. Δεν φορούσαμε φούστες στο μέτωπο, μόνο παντελόνια. Τα πλέναμε το βράδυ και κοιμόμασταν πάνω τους – μετρούσε για σιδέρωμα. Δεν στέγνωναν βέβαια πολύ, πάγωναν στο κρύο. Πώς μαθαίνεις να περπατάς με φούστα; Ήταν λες και τα πόδια μου ήταν δεμένα. Φορούσα πολιτικά ρούχα, φόρεμα και παπούτσια, συναντούσα έναν αξιωματικό και ασυναίσθητα σήκωνα το χέρι να τον χαιρετίσω. Είχα συνηθίσει τη διανομή με δελτίο: όλα τα παρείχε το κράτος, έτσι πήγαινα στο φούρνο, έπαιρνα όσο ψωμί χρειαζόμουν και ξεχνούσα να πληρώσω. Η υπάλληλος με ήξερε, καταλάβαινε γιατί, ντρεπόταν να μου το θυμίζει, έτσι δεν πλήρωνα, το έπαιρνα και έφευγα. Μετά ντρεπόμουν. Την επόμενη μέρα ζητούσα συγγνώμη, έπαιρνα κάτι άλλο και τα πλήρωνα όλα μαζί. Έπρεπε να μάθω ξανά τα συνηθισμένα πράγματα. Να θυμηθώ τη συνηθισμένη ζωή. Τη φυσιολογική. Σε ποιον μπορούσα να μιλήσω; Πήγαινα τρέχοντας σε έναν γείτονα. Στη μαμά.

Επίσης, σκέφτομαι το εξής. Πόσον καιρό κράτησε ο πόλεμος; Τέσσερα χρόνια. Πολύς καιρός. Δεν θυμάμαι καθόλου πουλιά ή λουλούδια. Υπήρχαν, φυσικά, αλλά δεν τα θυμάμαι. Ναι, ναι. Παράξενο, έτσι δεν είναι; Μπορούν να κάνουν έγχρωμες ταινίες σχετικά με τον πόλεμο; Όλα ήταν μαύρα. Μόνο το αίμα είχε άλλο χρώμα, το αίμα ήταν κόκκινο.


Έδωσα έναν όρκο -στρατιωτικό όρκο-, ότι αν χρειαστεί, θα δώσω τη ζωή μου, αλλά δεν θέλω να πεθάνω

Πρόσφατα, μόλις πριν από οκτώ χρόνια, βρήκαμε τη Mashenka Alkhimova. Ο διοικητής της μεραρχίας πυροβολικού είχε τραυματιστεί. Εκείνη πλησίασε, για να τον σώσει. Μια οβίδα έσκασε μπροστά της. Ο διοικητής σκοτώθηκε, δεν πρόλαβε να τον φτάσει και τα δυο της πόδια είχαν διαλυθεί τόσο που σχεδόν δεν μπορούσαν να της τα δέσουν. Περάσαμε δύσκολα. Τη μεταφέραμε στον σταθμό Πρώτων Βοηθειών και έλεγε συνέχεια: «Αγαπημένα μου κορίτσια, σκοτώστε με. Δεν θέλω να ζήσω έτσι». Ικέτευε και εκλιπαρούσε. Την έστειλαν στο νοσοκομείο και εμείς συνεχίσαμε να προελαύνουμε. Όταν ξεκινήσαμε να την ψάχνουμε, τα ίχνη είχαν ήδη χαθεί. Δεν ξέραμε πού ήταν, τι είχε απογίνει. Για πολλά χρόνια. Γράφαμε παντού και κανείς δεν ήξερε να μας πει. Οι «ιχνηλάτες» του 73ου Σχολείου της Μόσχας μας βοήθησαν. Αυτά τα κορίτσια και αγόρια. Τη βρήκαν σε έναν οίκο βετεράνων, κάπου στην ορεινή περιοχή Αλτάι, 30 χρόνια μετά τον πόλεμο. Τόσο μακριά. Τόσα χρόνια πήγαινε από τον έναν οίκο αναπήρων στον άλλον, από το ένα νοσοκομείο στο άλλο, έκανε δεκάδες επεμβάσεις. Δεν είπε καν στη μητέρα της ότι ήταν ζωντανή. Κρυβόταν απ' όλους.

Τη φέραμε στη συνάντησή μας. Όλες ρίξαμε πολύ κλάμα. Έπειτα, την πήγαμε στη μητέρα της. Συναντήθηκαν 30 χρόνια μετά τον πόλεμο. Η μητέρα της κόντεψε να χάσει τα λογικά της. «Χαίρομαι τόσο που δεν πέθανε από τη θλίψη. Τόσο!» Και η Mashenka έλεγε ξανά και ξανά: «Τώρα δεν φοβάμαι να συναντώ ανθρώπους. Είμαι ήδη γριά». Ναι. Εν συντομία, έτσι είναι ο πόλεμος.


Θυμάμαι να ξαπλώνω στο χαράκωμα. Δεν κοιμάμαι. Κάπου εκεί ακούγονται βολές πυροβολικού. Τα κανόνια μας ρίχνουν, δεν θέλω να πεθάνω. Έδωσα έναν όρκο -στρατιωτικό όρκο-, ότι αν χρειαστεί, θα δώσω τη ζωή μου, αλλά δεν θέλω να πεθάνω. Ακόμη και αν γυρίσεις ζωντανός, η ψυχή σου θα υποφέρει. Τώρα σκέφτομαι: θα ήταν καλύτερα να τραυματιστώ στο χέρι ή στο πόδι. Τότε το σώμα μου θα πονούσε, όχι η ψυχή μου. Είναι πολύ επώδυνο. Ήμασταν τόσο νέες, όταν πήγαμε στο μέτωπο. Νέα κορίτσια. Μάλιστα ψήλωσα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η μαμά με μέτρησε, όταν γύρισα σπίτι. Είχα πάρει δέκα πόντους.

Καθώς λέμε αντίο, απλώνει αμήχανα τα ζεστά της χέρια και με αγκαλιάζει:

Συγχώρα με.


Το βιβλίο THE UNWOMANLY FACE OF WAR της Svetlana Alexievich, εκδίδεται 25 Ιουλίου ( εκδόσεις Random House, τμήμα της Penguin Random House LLC. Copyright © 2017 by Svetlana Alexievich. All Rights Reserved ) .













vice

  • Blogroll

  • Blog Archive